Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ KARYVTAKIS


Βιογραφικό Σημείωμα

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ (1896-1928)


Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη, γιος του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη και της Αικατερίνης το γένος Σκάγιαννη. Είχε μια αδερφή και έναν αδερφό. Παρακολούθησε εγκλύκλια μαθήματα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας λόγω των συνεχών μεταθέσεων του πατέρα του. Το 1913 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του στα Χανιά, όπου συνδέθηκε συναισθηματικά με την Άννα Σκορδούλη (δεσμός που κράτησε ως το 1922). Το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, από όπου αποφοίτησε το 1917. Το 1918 επισκέφτηκε την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη και συλλήφθηκε ως ανυπότακτος. Αναγκάστηκε να καταταγεί, λίγο αργότερα όμως γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και πήρε αναστολή στράτευσης. Στις αρχές του 1919 προσπάθησε να λειτουργήσει προσωπικό δικηγορικό γραφείο χωρίς επιτυχία. Τον ίδιο χρόνο στρατεύτηκε ξανά και τον Οκτώβριο διορίστηκε υπουργικός γραμματέας Α΄ στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, όπου παρέμεινε ως τον Φλεβάρη του 1920. Τον ίδιο χρόνο απαλλάχτηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα ως ανίκανος και μετατέθηκε στην Άρτα. Ακολούθησαν μεταθέσεις στις νομαρχίες Κυκλάδων και Αττικοβοιωτίας, όπου το 1922 γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη, επίσης νομαρχιακή υπάλληλο την εποχή εκείνη. Η Πολυδούρη ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη με πάθος και η σύντομη σχέση τους την οδήγησε στην απελπισία. Το φθινόπωρο του 1923 ο Καρυωτάκης παραιτήθηκε από τη θέση του και διορίστηκε στην κεντρική Υπηρεσία του υπουργείου Πρόνοιας στην Αθήνα. Το 1924 ταξίδεψε στη Γερμανία και την Ιταλία. Δυο χρόνια αργότερα ταξίδεψε με αναρρωτική άδεια στη Ρουμανία μαζί με το συνθέτη ξάδερφό του Θ.Δ. Καρυωτάκη και στο τέλος του χρόνου μετατέθηκε στο τμήμα Αγαθοεργών Ιδρυμάτων. Είχαν τότε ξεκινήσει οι μεθοδεύσεις των ανωτέρων του εναντίον του λόγω της έντονης συνδικαλιστικής του δράσης. Το 1927 μετατέθηκε στο τμήμα Λοιμωδών Νόσων και το 1928 εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας του Δ.Σ. της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών και συμμετείχε στην Οικονομική Επιτροπή της Συνομοσπονδίας Δημοσίων Υπαλλήλων, ενώ αποσπάστηκε για πέντε μήνες στην Πάτρα. Στη θέση του στην Αθήνα επέστρεψε το Μάη του ίδιου χρόνου και αμέσως μετά από ένα σύντομο ταξίδι στο Παρίσι μετατέθηκε στην Πρέβεζα, όπου τον Ιούλιο αυτοπυροβολήθηκε , στην παραλιακή τοποθεσία Άγιος Σπυρίδων, σε ηλικία τριάντα τριών ετών. Η ενασχόληση του Καρυωτάκη με τη λογοτεχνία ξεκίνησε σε ερασιτεχνικό επίπεδο γύρω στο 1912 όταν άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα σε λαϊκές εφημερίδες και περιοδικά (Παρνασσός, Ελλάς), ενώ σ’ όλη του τη ζωή ασχολήθηκε παράλληλα με τη σκιτσογραφία. Συνέχισε να δημοσιεύει στίχους και στα φοιτητικά του χρόνια, και το 1916 πραγματοποίησε μια διάλεξη στην αίθουσα εμποροϋπαλλήλων για τον ποιητή Ζοζέ Μαρία ντε Ερεντιά. Στις αρχές του 1919 ξεκίνησε τη συνεργασία του με το Νουμά και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ο πόνος του ανθρώπου και των πραγμάτων και το σατιρικό περιοδικό Γάμπα (μαζί με το φίλο του Άγη Λεβέντη), που γνώρισε επιτυχία, απαγορεύτηκε όμως μετά το έκτο τεύχος από τη λογοκρισία. Συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά Μούσα, Λόγος (Κων/πολης), Νέα Ζωή (Αλεξάνδρειας), Έσπερος (Σύρου), Νέα Τέχνη, Νέα Εστία, Εμείς (όπου το 1924 δημοσίευσε το ποίημα Ένα σπιτάκι, που συμπεριέλαβε στις Ελεγείες και Σάτιρες και αφιέρωσε στην Πολυδούρη) κ.α. Το 1920 πήρε το β’ βραβείο στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό για την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του Τραγούδια της πατρίδας. Το βραβείο παρέλαβε ο φίλος του Χαρίλαος Σακελλαριάδης, καθώς ο Καρυωτάκης νοσηλευόταν τότε στο Στ΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Το 1921 δημοσίευσε τα Νηπενθή, τη δεύτερη ποιητική συλλογή του και έγραψε τη θεατρική επιθεώρηση Πελ - Μελ μαζί με το Σακελλαριάδη (ενώ σημειώνεται επίσης το χαμένο μονόπρακτο θεατρικό έργο του Ο Άρρωστος, γραμμένο το 1920). Τελευτάια ποιητική συλλογή του είναι η Ελεγεία και Σάτιρες, που τυπώθηκε το 1927. Έγραψε επίσης πεζογραφήματα και μεταφράσεις και το 1928 δημοσίευσε το άρθρο Ανάγκη Χρηστότητος: Το Δημοσιοϋπαλληλικόν Ζήτημα. Ο Καρυωτάκης θεωρείται ως ο σημαντικότερος εκφραστής του λεγόμενου νεορομαντικού πνεύματος στην αθηναϊκή ποίηση του Μεσοπολέμου (στον ίδιο χώρο τοποθετούνται ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Τέλος Άγρας, ο Κλέων Παράσχος, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Κώστας Ουράνης και άλλοι). Ξεκινώντας από το χώρο του συμβολισμού με επιρροές από τους Μαλακάση, Βάρναλη αλλά και Heine και Laforgue οδηγήθηκε σταδιακά από τη ρομαντική αναζήτηση μιας βιώσιμης ζωής και την ονειροπόληση στη σάτιρα και το σαρκασμό, με προσανατολισμό τόσο την προσωπική ζωή όσο και τον ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Η ιδιαίτερη σχέση της ζωής του Καρυωτάκη με την εξέλιξη της ποίησής του και ο πρόωρος δραματικός θάνατός του, υπήρξαν καθοριστικοί παράγοντες στη διαμόρφωση της αντιμετώπισης του έργου του από τους μεταγενέστερους ποιητές, τη λογοτεχνική κριτική και το αναγνωστικό κοινό.
1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Κώστα Καρυωτάκη βλ. Σαββίδης Γ.Π. – Χατζηδάκη Ν.Μ. – Μήτσου Μαριλίζα, Χρονογραφία Κ.Γ. Καρυωτάκη (1896-1928). Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 1989 (έκδοση νέα, συμπληρωμένη), Τοκατλίδου Βάσω, «Καρυωτάκης Κώστας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Χωρεάνθης Κώστας, «Χρονολόγιο Κ.Γ.Καρυωτάκη», Διαβάζω157, 17/12/1986, σ.40-44.
Οι παρακάτω πληροφορίες αντλήθηκαν από το εκεβι.

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2014

Κωνσταντίνος Καβάφης

Βιογραφία

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 στην Αλεξάνδρεια, όπου οι γονείς του, εγκαταστάθηκαν εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη το 1840. Ήταν το ένατο παιδί του Πέτρου Καβάφη (1814-1870), μεγαλέμπορου βαμβακιού. Η μητέρα του ανήκε σε παλιά Φαναριώτικη οικογένεια της Κωνσταντινούπολης. Και τα δυο αυτά στοιχεία, η εμπορική ιδιότητα του πατέρα και η αρχοντιά της μητέρας συντέλεσαν σημαντικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ποιητή.
Μετά το θάνατο του πατέρα του και την σταδιακή διάλυση της οικογενειακής επιχείρησης, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αγγλία (Λίβερπουλ και Λονδίνο) όπου έμεινε μέχρι το 1876. Στην Αλεξάνδρεια ο Kαβάφης διδάχτηκε Αγγλικά, Γαλλικά και Ελληνικά με οικοδιδάσκαλο και συμπλήρωσε τη μόρφωσή του για ένα-δύο χρόνια στο Ελληνικό Εκπαιδευτήριο της Αλεξάνδρειας. Έζησε επίσης για τρία χρόνια, που ήταν τα κρισιμότερα στην ψυχοδιανοητική του διαμόρφωση, στην Πόλη (1882-84).
Το 1897 ταξίδεψε στο Παρίσι και το 1903 στην Αθήνα, χωρίς από τότε να μετακινηθεί από την Αλεξάνδρεια για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Ύστερα από περιστασιακές απασχολήσεις σε χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, αποφάσισε να γίνει δημόσιος υπάλληλος και διορίστηκε σε ηλικία 59 χρονών στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων το 1922.
Από το 1886 άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα επηρεασμένα από τους Αθηναίους ρομαντικούς ποιητές, χωρίς να τον έχει επηρεάσει καθόλου η στροφή της γενιάς του 80. Από το 1891, όταν εκδίδει σε αυτοτελές φυλλάδιο το ποίημα Κτίσται, και ιδίως το 1896, όταν γράφει τα Τείχη,το πρώτο αναγνωρισμένο, εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά των ώριμων ποιημάτων του.
Ο Καβάφης είναι γνωστός για την ειρωνεία του, ένα μοναδικό συνδυασμό λεκτικής και δραματικής ειρωνείας.[1]. Πολλοί όμως από τους αλλόγλωσσους ομότεχνους και αναγνώστες του (π.χ. Όντεν, Φόρστερ) αρχικά γνώρισαν και αγάπησαν τον ερωτικό Καβάφη.[2]
Το 1932, ο Καβάφης, άρρωστος από καρκίνο του λάρυγγα, πήγε για θεραπεία στην Αθήνα, όπου παρέμεινε αρκετό διάστημα, εισπράττοντας μια θερμότατη συμπάθεια από το πλήθος των θαυμαστών του. Επιστρέφοντας όμως στην Αλεξάνδρεια, η κατάστασή του χειροτέρεψε. Εισήχθη στο Νοσοκομείο της Ελληνικής Κοινότητας, όπου και πέθανε στις 29 Απριλίου του 1933, τη μέρα που συμπλήρωνε 70 χρόνια ζωής.

 

Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Κωστής Παλαμάς

Βιογραφία

Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία.Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864-Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς (με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο) και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες "Ραμπαγάς" και "Μη χάνεσαι". Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά "παιδαρέλια" ή ποιητές της "Νέας Σχολής".
Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση "Ο Τάφος". Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ' όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι "Ίαμβοι και Ανάπαιστοι" (1897), "Ασάλευτη Ζωή" (1904), "ο Δωδεκάλογος του Γύφτου" (1907), "Η Φλογέρα του Βασιλιά" (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές και χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.
Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241

Ποιητικό έργο

Το ποιητικό του έργο είναι μεγάλο σε έκταση και σε σημασία και είχε τεράστια απήχηση στην εποχή του. Διαμετρικά αντίθετες πολιτικές και πνευματικές προσωπικότητες, όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Νίκος Ζαχαριάδης αισθάνθηκαν την ανάγκη να τοποθετηθούν απέναντι στο Δωδεκάλογο του Γύφτου. Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει πει ότι ο Παλαμάς είχε μεγαλύτερη επιρροή από 10 Πρωθυπουργούς. Το ενδιαφέρον για το έργο του μειώθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα, όταν επεκράτησαν διαφορετικά αισθητικά ρεύματα ενώ υποχώρησε και το ενδιαφέρον για την ποίηση γενικότερα.
Οι δύο πρώτες του συλλογές, Τραγούδια της πατρίδος μου και Τα μάτια της ψυχής μου είχαν ακόμα απηχήσεις του ρομαντισμού της Α' Αθηναϊκής Σχολής και κάποια κατάλοιπα καθαρεύουσας. Η πρώτη σημαντική στάση στο έργο του ήταν η συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι (1897), κυρίως για την ανανεωμένη μετρική της, με την εναλλαγή ιαμβικού και αναπαιστικού ρυθμού (ο ίδιος επισήμανε ότι παρακινήθηκε από την μετρική του Κάλβου), αλλά και για την εκφραστική λιτότητα και σαφήνεια. Το επόμενο έργο του, ο Τάφος (1898), αποτελείται από ποιήματα - μοιρολόγια για τον θάνατο του γιου του Άλκη. Η πρώτη περίοδος της δημιουργίας του κλείνει με την συλλογή Ασάλευτη Ζωή (1904), η οποία περιέχει υλικό από όλα τα προηγούμενα χρόνια της δράσης του. Κεντρική θέση στη συλλογή έχουν τα ποιήματα Η Φοινικιά (αναγνωρίζεται ως το καλύτερο ίσως έργο του), Ασκραίος και Αλυσίδες (συναποτελούν την ενότητα "Μεγάλα οράματα") και η ενότητα σονέτων Πατρίδες.
Η κορυφαία έκφραση της "λυρικής σκέψης" του Παλαμά είναι Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907). Στο πνευματικό του ταξίδι ο Γύφτος θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει τον κόσμον όλο. Θα απαρνηθεί τη δουλειά, την αγάπη, τη θρησκεία, την αρχαιότητα, το βυζάντιο και όλες τις πατρίδες, αλλά και θα τα αναστήσει όλα μέσα από την Τέχνη, μαζί και τη μεγάλη χίμαιρα της εποχής, τη Μεγάλη Ιδέα. Θα υμνήσει τον ελεύθερο λαό του, αλλά θα τραγουδήσει και έναν νιτσεϊκό αδάκρυτο ήρωα. Θα καταλήξει προσκυνώντας τη Φύση και την Επιστήμη.
'Η Φλογέρα του βασιλιά (1910) διαδραματίζεται στο Βυζάντιο και αφηγείται το ταξίδι του Βασίλειου Β' ("Βουλγαροκτόνου") στην Αθήνα. Κεντρικό σημείο του έργου είναι το προσκύνημα του αυτοκράτορα στον Παρθενώνα, που έχει γίνει ναός της Παναγίας. Αυτό συμβολίζει για τον ποιητή τη σύνθεση και την ενότητα όλης της ιστορίας του Ελληνισμού, αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης. Η έμπνευση της Φλογέρας του Βασιλιά είναι αποτέλεσμα και του ανανεωμένου τότε ενδιαφέροντος για το Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά κυρίως του Μακεδονικού Αγώνα.
Μετά τις μεγάλες συνθέσεις επανήλθε σε μικρότερες λυρικές φόρμες με τις συλλογές Οι καημοί της Λιμνοθάλασσας και Η Πολιτεία και η Μοναξιά (1912), μαζί με τις οποίες εξέδωσε και τα σατιρικά ποιήματά του (Σατιρικά γυμνάσματα). Στις επόμενες συλλογές του γενικά δεν παρουσιάστηκε κάτι νέο στην ποιητική του εξέλιξη, παρά μόνο στις τελευταίες, Ο κύκλος των τετράστιχων (1929) και Οι νύχτες του Φήμιου(1935) αποτελούνται αποκλειστικά από σύντομα τετράστιχα ποιήματα.